Δυσλιπιδαιμία

Η υπερλιπιδαιμία αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για αθηρωμάτωση των αγγείων, καρδιαγγειακή και στεφανιαία νόσο.

 

Η χοληστερόλη προσλαμβάνεται κατά 50% περίπου από τις τροφές  και κατά 50% παράγεται από τον οργανισμό. Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη γιατί αποτελεί συστατικό της εξωτερικής μεμβράνης των κυττάρων ενώ συμμετέχει και στη σύνθεση πολλών ορμονών όπως των στεροειδών και των χολικών οξέων. Η μεταφορά της χοληστερόλης στον οργανισμό γίνεται από το αίμα με «οχήματα» διάφορους σχηματισμούς λιπιδίων και πρωτεϊνών που λέγονται λιποπρωτεΐνες.  Οι λιποπρωτεΐνες LDL (low density lipoprotein) μεταφέρουν την χοληστερόλη στους περιφερικούς ιστούς και η περίσσεια τους καθιζάνει στα αγγεία (για αυτό και αυξημένες τιμές τους αποκαλούνται «κακή» χοληστερίνη).  Οι λιποπρωτεΐνες HDL (high density lipoprotein) μεταφέρουν την χοληστερόλη από τους περιφερικούς ιστούς στο ήπαρ για να αποβληθεί-διαδικασία που ονομάζεται αντίστροφη μεταφορά χοληστερόλης (για αυτό και αποκαλούνται «καλή» χοληστερίνη).  Οι υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων σχετίζονται περισσότερο με τη διατροφή και αν είναι μεμονωμένες απαιτούν διαφορετική θεραπεία από ότι τα άλλα ήδη χοληστερόλης. Πολύ υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων (>500-1000 mg/dl) αυξάνουν τον κίνδυνο για οξεία παγκρεατίτιδα.

 

Η χοληστερόλη επειδή είναι αδιάλυτη στο αίμα (ακριβώς όπως μια σταγόνα λάδι είναι αδιάλυτη στο νερό), εάν τα επίπεδά της είναι υψηλά (ολική και LDL) συσσωρεύεται στα τοιχώματα των αρτηριών δημιουργώντας αθηρωματικές πλάκες και στενεύοντας τον αυλό τους (όπως το πουρί στις σωληνώσεις).

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως είναι αυτονόητο ότι σε ένα 50% των περιπτώσεων η υπερλιπιδαιμία οφείλεται σε κακή διατροφή, παχυσαρκία και έλλειψη άσκησης και σε ένα 50% σε κληρονομικούς παράγοντες, όπου ο ίδιος ο οργανισμός παράγει περισσότερη χοληστερόλη από ότι χρειάζεται. Στους περισσότερους η υπερλιπιδαιμία είναι συνδυασμός των δύο παραπάνω.  Σε ορισμένες περιπτώσεις η δυσλιπιδαιμία είναι δευτεροπαθής και οφείλεται συνήθως σε απορρύθμιση άλλης πάθησης, οπότε η χοληστερόλη ή παράγεται σε υπερβολικό βαθμό ή δεν γίνεται σωστή μεταφορά της ή δεν αποβάλλεται όπως πρέπει από τον οργανισμό. Οι παθήσεις αυτές είναι ο υπερθυρεοειδισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης, η ηπατική νόσος, η νεφρική νόσος, ο αλκοολισμός και κάποια φάρμακα.

 

Όταν η υπερλιπιδαιμία εμφανίζεται σε παιδική ή νεανική ηλικία υποπτευόμαστε γενετική προδιάθεση όπως η ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία FH (συχνή, επίπτωση 1 στα 500 άτομα περίπου) ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (σπάνια, με πάρα πολύ υψηλές τιμές χοληστερίνης), η οικογενής ελαττωματική APO B κτλ.

 

Επίσης στα άτομα με υπερλιπιδαιμία πρέπει να αποτιμάται ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος από την συνύπαρξη άλλων μειζόνων παραγόντων κινδύνου (υπολογισμός SCORE).

 

Η διερεύνηση των υπερλιπιδαιμιών περιλαμβάνει ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, κλινική εξέταση (ξανθελάσματ στα μάτια, ξανθώματα τενόντων), εργαστηριακό έλεγχο (συμπεριλαμβάνομένων των μετρήσεων ολικής χοληστερόλης, LDL, HDL, τριγλυκεριδίων, ηπατικών ενζύμων και CPK), TSH, απεικονιστικές εξετάσεις του καρδιαγγειακού συστήματος (triplex καρδιάς, αορτής, καρωτίδων, σπονδυλοβασικών ), κ.α.

 

Πρωτεύων θεραπευτικός στόχος είναι η μείωση της LDL (ή της non-HDL) και της ολικής χοληστερόλης και δευτερεύων η μείωση των τριγλυκεριδίων και η αύξηση της HDL. Οι θεραπευτικοί στόχοι είναι LDL <70 mg/dl σε άτομα πολύ υψηλού κινδύνου,  LDL <100 mg/dl σε άτομα υψηλού κινδύνου και <115 σε μετρίου κινδύνου.

 

Η θεραπεία επιτυγχάνεται με ειδική διατροφή, σωματική άσκηση και αν απαιτείται υπολιπιδαιμική αγωγή με φάρμακα, κυρίως της κατηγορίας των στατινών.